Αυτονομία

Barricada

 

Παλαιστίνη: η ζωή κι ο θάνατος στον φράχτη

Τι είναι η «Μεγάλη Πορεία της Επιστροφής»;

Τίποτα δεν γεννιέται στο κενό. Η ιστορία της παλαιστινιακής αντίστασης έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Φτιάχνεται με αίμα, με ανθρωπιά, με θυσίες και με μνήμη. Η ισραηλινή στρατιωτική επιχείρηση στη λωρίδα της Γάζας το 2014 δεν είναι μακριά. Πόσοι από μας τη θυμούνται στ’ αλήθεια; Πόσοι θυμούνται τα αποτελέσματα της; Κανένας. Αυτοί και αυτές όμως θυμούνται· όχι μόνο επειδή τη βιώσαν κυριολεκτικά στο πετσί τους, αλλά και γιατί έχουν μια άλλη, αληθινή σχέση με τη ζωή -ακόμα και με τον θάνατο.
Από το 2007 η πολιορκία του ισραηλινού στρατού έχει πάρει την τωρινή, σχεδόν ολοκληρωτική, μορφή της. Στρατιωτικός αποκλεισμός από θάλασσα, αέρα και ξηρά. Καταστροφή του εργοστασίου παραγωγής ενέργειας, του εργοστασίου διαχείρισης λυμάτων, καταστροφή σπιτιών, νοσοκομείων, πανεπιστημίων και σχολείων, καταστροφή ακόμη και των δέντρων. Απαγόρευση μετακινήσεων του πληθυσμού εκτός Γάζας χωρίς την έγκριση του στρατού, απαγόρευση εισαγωγής και εξαγωγής προϊόντων πάλι χωρίς την έγκριση του στρατού, απαγόρευση μεταφοράς αρρώστων. Επιδρομές με drones, παρακολούθηση με κάμερες και στρατιωτικές περιπολίες κατά μήκος του φράχτη. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την κατασκευή της μεγαλύτερης ανοιχτής «τοξικής» φυλακής του κόσμου, μιας πραγματικής επίγειας κόλασης όπου ο κατοχικός στρατός έχει, κατά τα λεγόμενα των επιτελών του, αποφασίσει να «βάλει σε δίαιτα» τους Παλαιστίνιους. Η βίαια επιβεβλημένη μιζέρια θα τους οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή, θα τους ξεγυμνώσει από την ανθρωπιά τους και θα τους μετατρέψει σε τρελαμένα ζώα, αυτή είναι η γραμμή του κατοχικού ισραηλινού κράτους. Σε αυτόν τον τρομερό εφιάλτη αντιστέκονται πρώτα και κύρια οι Παλαιστίνιοι.

 

Ο φράχτης και η φυλακή, το σύνορο και η πολιορκία

Το ισραηλινό κράτος διακηρύσσει ότι δεν είναι κατοχική δύναμη, αφού δεν βρίσκεται μέσα στη λωρίδα της Γάζας. Άρα δεν φέρει καμία νομική ή άλλη ευθύνη για τη ζωή και τις συνθήκες διαβίωσης των 2 εκατομμυρίων κατοίκων της, σε αντίθεση με την κατεχομένη Δυτική Όχθη. Το λέει αυτό για να αντικρούσει τις διεθνείς εγκλήσεις να σταματήσει την ασφυκτική πολιορκία της Γάζας και να προσφέρει «επιχειρήματα» σε αυτούς που έχουν κάθε είδους συμφέρον να το υποστηρίξουν. Γιατί, έχοντας τον ουσιαστικό έλεγχο του αποκλεισμού, αυτό που αποκαλεί  «σύνορο» είναι στην πραγματικότητα ένα στρατιωτικοποιημένο δίκτυο από περιπολικά ακτοφυλακής, συρματοπλέγματα, ηλεκτρονικά εμπόδια, φονικές μη-προσπελάσιμες ζώνες και συστήματα παρακολούθησης που λειτουργούν σαν φράχτης μιας ανοιχτής φυλακής. Αλλά, ακόμα και με νομικούς όρους, το ισραηλινό κράτος ακριβώς επειδή διατηρεί τον «αποτελεσματικό έλεγχο» στη λωρίδα της Γάζας, παραμένει η αδιαμφισβήτητη κατοχική δύναμη.
Το Ισραήλ έχει μετατρέψει την Γάζα σε μια περιοχή που είναι ταυτόχρονα και διαχωρισμένη, αλλά και προσαρτημένη στον ισραηλινό έλεγχο. Είναι ένας μιλιταριστικός σχεδιασμός βολικός, τόσο για τον περιορισμό των ευθυνών που απορρέουν από διεθνείς συνθήκες και νόμους, όσο και για την πλήρη δικαιολόγηση των βιαιοπραγιών, όποια στιγμή κριθεί απαραίτητο. Αυτό έχει αποκρύψει ένα αμφιλεγόμενο, αλλά αδυσώπητο γεγονός: μετά από 51 χρόνια, η Γάζα δεν μπορεί να θεωρηθεί πλέον «κατεχόμενη περιοχή». Πρόκειται ουσιαστικά για ένα διαχωρισμένο και υποταγμένο κομμάτι του Ισραήλ. Ένα αντίγραφο των περιφερειών, των περιοχών και των χωριών, όπου φυλακίζονταν αυτόχθονες πληθυσμοί και κοινότητες μαύρων στο απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής και σε αλλά αποικιακά καθεστώτα. Μ’ άλλα λόγια, οι Παλαιστίνιοι δεν καταπιέζονται εκτός του Ισραηλινού κράτους, άλλα είναι οριστικά φυλακισμένοι εντός του.
Η πράσινη γραμμή της εκεχειρίας του 1967 είναι το σύνορο που αποτελεί το κλειδί για την απόκρυψη αυτού του πολύπλοκου συστήματος. Όπως συμβαίνει στην, εκ των πραγμάτων, προσάρτηση της Δυτικής Όχθης, όπου οι συνεχώς επεκτεινόμενοι εποικισμοί και η στρατιωτική παρουσία έχουν καταστήσει το σύνορο μη-υπαρκτό, αντίστοιχα και η Γάζα αποτελεί οουσιαστικά τμήμα της πολιτικής δικαιοδοσίας του Ισραηλινού κράτους. Η Χαμάς, όπως και η Παλαιστινιακή Αρχή, θεωρούνται μια άτυπη κυβέρνηση «εχθρικών ξένων», που μπορούν να διαχειρίζονται αυτόν τον πληθυσμό εντός της ισραηλινής επικυριαρχίας αλλά όμως, μόνο, όσο αυτός περιορίζεται πίσω από αυτό το τείχος. Έτσι, οποιαδήποτε μαζική, έμπρακτη αμφισβήτηση αυτού του φράχτη/συνόρου, αποκαλύπτει και την ουσιαστική ρατσιστική πολιτική του Ισραήλ το οποίο φοβάται, περισσότερο και από την ίδρυση ενός παλαιστινιακού κράτους, έναν Παλαιστινιακό πληθυσμό που δεν θα μπορεί πια ν’ αποκηρύσσει. Έναν πληθυσμό οποίος θα διεκδικεί ίσα δικαιώματα για όλους. Διότι, αν οι Παλαιστίνιοι δεν μπορούν να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους κατά μήκος της Γραμμής της Εκεχειρίας (όπως έχει επιβάλλει το Ισραήλ εδώ και 70 χρόνια), δεν έχουν παρά να επιλέξουν τον δρόμο της διεκδίκησης πλήρους ισότητας, πέρα από αυτήν. Κι η μεγάλη Πορεία της Επιστροφής έκανε ακριβώς αυτό. Οι χιλιάδες διαδηλωτές που πήραν μέρος δεν ήταν εισβολείς οι οποίοι αποπειράθηκαν να παραβιάσουν τα σύνορα ενός κυρίαρχου κράτους, όπως διατυμπανίζει η ισραηλινή προπαγάνδα. Οι άντρες, οι γυναίκες και τα παιδιά της Παλαιστίνης, που για μήνες βρίσκονται αντιμέτωποι με τα πυρά των ελεύθερων σκοπευτών και τις ριπές των πολυβόλων, είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής «διαχωρισμού». Εκτοπισθέντες και πολίτες χωρίς δικαιώματα, οι οποίοι δραπετεύουν από ένα κρατικά χτισμένο γκέτο. Ο ισραηλινός στρατός, λοιπόν, δεν απωθεί κάποιους ξένους εισβολείς, άλλα σκοτώνει και καταστέλλει τον γηγενή πληθυσμό του.

 

Από την απελπισία στον αγώνα, το ισραηλινό απαρτχάιντ στην άκρη της σφεντόνας

Η επιλογή των Παλαιστινίων για άοπλες, μη βίαιες διαδηλώσεις κατά μήκος του ισραηλινού φράχτη στη Γάζα δεν ήταν υπαγορευμένη αλλά δική τους. Μ’ αυτήν την τολμηρή και ιστορική κίνηση τους υπερίσχυσαν όλων των πολιτικών εκπροσώπων τους, συνεχίζοντας την παράδοση των δυο προηγούμενων Ιντιφάντα, και γύρισαν το ρολόι πίσω 70 χρόνια, στη στιγμή του καταστροφικού διωγμού από την πατρίδα τους. Και γι’ αυτό επωμίστηκαν απίστευτες και αιματηρές θυσίες. Μόνο μεταξύ της 30ης Μαρτίου και της 15ης Μαΐου, ο ισραηλινός στρατός σκότωσε εν ψυχρώ και μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου περισσότερους από 110 Παλαιστίνιους, μεταξύ αυτών 12 παιδιά, 2 δημοσιογράφους και έναν διασώστη. Παράλληλα, περισσότεροι από 12.700 διαδηλωτές τραυματίστηκαν, με το μεγαλύτερο μέρος εξ αυτών να παραμένουν ακόμα στα νοσοκομεία. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ένας εκ των χιλιάδων διαδηλωτών: «Πεθαίνουμε κάθε μέρα σιγά-σιγά στη Γάζα, είναι καλύτερα να πεθάνω κοντά στο φράχτη προσπαθώντας να είμαι ελεύθερος».
Αυτή η δήλωση αποτυπώνει με τον πλέον γλαφυρό τρόπο την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη λωρίδα της Γάζας, μετά την στρατιωτική επιχείρηση του Ισραήλ το 2014 και τα ολέθρια αποτελέσματα που είχε αυτή στις υποδομές της. Ο ολοκληρωτικός πόλεμος που περιγράψαμε παραπάνω, έχει δημιουργήσει ένα γενικευμένο αίσθημα απελπισίας, σ’ ένα περιβάλλον πλήρους αποκλεισμού. Αυτό, μαζί με την αδυναμία των πολιτικών οργανώσεων να καταρτίσουν μια συνεκτική στρατηγική απέναντι στη κατοχή, οδήγησε συνολικά την παλαιστινιακή αντίσταση να αναζητήσει νέα μέσα και μορφές αγώνα. Όποιος πιστεύει ότι οι Παλαιστίνιοι είναι απαθείς στις επιλογές που αφορούν τη ζωή και το θάνατό τους, ακολουθώντας τις αποφάσεις των οργανώσεων τους είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων αφελής, αν όχι ανίκανος να καταλάβει την πραγματικότητα της παλαιστινιακής κοινωνίας και της πολιτικής ιστορίας της. Και στη χειρότερη, ένας τυπικός εκφραστής του πιο βαθέως πυρήνα του διαφορικού ρατσισμού, όπου οτιδήποτε δε χωράει στη δική του οπτική και ανάλυση δεν μπορεί παρά να είναι ακραίο και παρανοϊκό. Γι’ αυτό και η κριτική στην παλαιστινιακή αντίσταση οικοδομεί την επιχειρηματολογία της βασισμένη στη λευκή ανωτερότητα και την πρωτοκοσμική υπεροχή, σύμφωνα με την οποία οι παλαιστίνιοι είναι απολίτιστοι, οπισθοδρομικοί και, φυσικά, φονταμενταλιστές. Παραγράφοντας το γεγονός πως απ’ αυτό το κομμάτι γης ξεπηδούν εδώ και δεκαετίες λογοτέχνες και ποιητές που ο πρώτος δεν μπορεί καν να νιώσει. Ξεχνώντας πως σ’ αυτά τα χώματα από την πρώτη στιγμή του αγώνα, ήταν οι γυναίκες που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή. Και αποσιωπώντας, τέλος, πως αυτό το πλήθος «φανατικών» είναι στην πλειοψηφία του άθεο. Μ’ όλες αυτές τις βολικές παραλείψεις, γενναία εγχειρήματα σαν την «Μεγάλη Πορεία της Επιστροφής» μοιάζουν πράγματι δυσνόητα. Για ποιους όμως, αναρωτιόμαστε...
Πέραν αυτών, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τις αλλαγές στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων που επηρέασαν στο μέγιστο βαθμό και τις επιλογές για την αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους. Το οριστικό χτύπημα, όπως το αντιλαμβάνονταν πεντακάθαρα οι ίδιοι οι παλαιστίνιοι, στην επιλογή της ίδρυσης ενός παλαιστινιακού κράτους, ήρθε με την ανακήρυξη της Ιερουσαλήμ σαν πρωτεύουσας του Ισραήλ από της ΗΠΑ. Οι μαχητικές διαδηλώσεις των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη, η ωμή καταστολή τους και η οριστική αδυναμία της ηγεσίας της διεφθαρμένης Παλαιστινιακής Αρχής να παράξει οποιεσδήποτε κινήσεις αντίστασης οδήγησαν στην αναζήτηση μια διεξόδου, που θα λάμβανε υπόψη της και τα ζητήματα βασικών δικαιωμάτων που έμπαιναν από τα κινήματα συμπαράστασης στον αγώνα τους, όπως το πετυχημένο BDS (Boycott Disinvest Sanction). Έτσι, η ίδια η παλαιστινιακή αντίσταση επέβαλε από τα κάτω τις μη βίαιες διαδηλώσεις με στόχο πρώτα να σταματήσει η απάνθρωπη πολιορκία της Γάζας και δευτερευόντως το δικαίωμα στη επιστροφή των προσφύγων στα χωριά από τα οποία εκδιώχτηκαν το 1948. Και αυτό ανάγκασε τους πάντες να στοιχηθούν πίσω από τις μαζικές κινητοποιήσεις και να σεβαστούν τις επιλογές των διαδηλωτών για μη χρησιμοποίηση των ενόπλων οργανώσεων. Με στόχο την ανάδειξη του ισραηλινού απαρτχάιντ και των ρατσιστικών πολιτικών του στα μάτια όλου του κόσμου σαν πολιτικό ζήτημα πρώτης γραμμής. Αυτή είναι η πολιτική στόχευση της τρίτης Ιντιφάντα και αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός που κανείς δεν μπορεί να προσπεράσει αδιάφορα. Διότι, αυτή η αιματοβαμμένη επιλογή ανάγκης, συνιστά την ίδια στιγμή και ένα γενικής χρήσης πολιτικό μάθημα. Διότι, επίσης, αποδεικνύεται πως μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες μπορούν να υπάρξουν άντρες και γυναίκες που εκτιμούν, αξιολογούν και κρατάνε τα μυαλά τους και τις καρδιές τους καθαρά.
Οι άνθρωποι αυτοί αντιλαμβάνονται πως το Ισραήλ είναι όμηρος των στρατιωτικών του επιτυχιών στη Δυτική Όχθη και των αλεπάλληλων, παράνομων επικοισμών του εκεί. Πράγμα το οποίο έχει τρεις συνέπειες. Πρώτον, την de facto κατάρρευση οποιασδήποτε υπόνοιας ανακήρυξης παλαιστινιακού κράτους. Δεύτερον, την de facto αχρήστευση της παλαιστινιακής αρχής ως μηχανισμού μεσολάβησης της ισραηλινής κατοχής και άρα πλήρους απονομιμοποίησής της στα μάτια των Παλαιστίνιων πληβείων. Τρίτον, τη συνειδητοποίηση ότι ο πολιτικός αγώνας που έχει αξία και μπορεί και πρέπει να δοθεί είναι εναντία στο συνολικό, ρατσιστικό, απαρτχάιντ που τους έχει επιβληθεί. Ομοίως, η στρατιωτική (και όχι μόνο) επιτυχία της Χαμάς στη λωρίδα της Γάζας ενάντια στον πάνοπλο ισραηλινό στρατό το καλοκαίρι του 2014, δεν κατάφερε να οδηγήσει στη λύση της πολιορκίας με αποτέλεσμα, όλοι οι κάτοικοι της να παραμένουν όμηροι των ορέξεων του ισραηλινού κράτους. Κι αν οι κοινωνικές εντάσεις τα τελευταία χρόνια δεν είχαν φτάσει σε σημείο εσωτερικής έκρηξης εντός της λωρίδας της Γάζας, αυτό οφείλεται στην ωριμότητα της παλαιστινιακής αντίστασης στο σύνολό της. Μοιραία, οι στοχεύσεις του ρατσιστή ιδιοκτήτη της φυλακής, προκάλεσε μαζικά και μεγαλειώδη χαρακτηριστικά πολιτικής ανυπακοής και μαχητικής μη-βίαιης αντίστασης. Κι αυτός ο αγώνας συνένωσε όλο τον παλαιστινιακό πληθυσμό που βρίσκεται υπό την επικυριαρχία του Ισραήλ (μέσα στο ίδιο το κράτος, στις κατεχόμενες περιοχές της Δυτικής Όχθης, μέσα στην πολιορκούμενη λωρίδα της Γάζας). Γι’ αυτό άλλωστε και οι δολοφονίες ήταν ανελέητες από τις πρώτες μέρες των διαδηλώσεων.

 

Και τι ζητάει από εμάς;

Η σφαγή των Παλαιστινίων διαδηλωτών, από τη 30η Μαρτίου μέχρι και τη Δευτέρα 14 Μαΐου, ανέδειξε τον πλήρη χαρακτήρα της κατάστασης που έχει επιβάλει το ισραηλινό κράτος, γι’ αυτούς που έχουν ακόμα καρδιά να νιώσουν και μάτια για να δουν. Ανέδειξε ότι ο αγώνας ενάντια σε αυτό είναι η συνειδητή, πολιτική επιλογή τους και δημιούργησε αδιαπραγμάτευτα ένα ρήγμα στο ισραηλινό απαρτχάιντ που κανένας δεν μπορεί να μείνει αμέτοχος σε αυτό. Ο καθένας πρέπει να πάρει θέση και να σηκώσει το ηθικό, καταρχήν, βάρος αυτής της επιλογής. Η αλληλεγγύη και η συμπαράσταση στον αγώνα των Παλαιστινίων είναι ένα αντιφασιστικό καθήκον που πρέπει να σηκώνουμε στο μέτρο των δυνατοτήτων μας. Και μόνο να μάθουμε έχουμε από αυτό. Η δική τους αφήγηση, τα δίκαια αιτήματα τους και οι μορφές αγώνα τους βρίσκουν απέναντι τους στις δυτικές κοινωνίες όλα τα ιδεολογήματα και τα επιχειρήματα που επικαλείται κάθε φασίστας και κάθε αφεντικό απέναντι στην πολυεθνική εργατική τάξη. Και εκεί ενώνονται οι μοίρες μας κι ας είναι η Παλαιστίνη χιλιόμετρα μακριά. Να μπορείς να ανακαλύπτεις τους εχθρούς της τάξης σου και μέσα από τους δικούς τους αγώνες είναι η ανιδιοτελής προσφορά τους.
Και για όλους εμάς που ζούμε και αναπνέουμε σ’ αυτό το κράτος της νοτιοανατολικής Μεσογείου, όλα τα παραπάνω έχουν μια ιδιαίτερη σημασία. Διότι, καθώς ο χρόνος κυλάει οι δικές του επιλογές, οι δικοί του αιματηροί σχεδιασμοί, ακουμπάνε και δένονται ολοένα και περισσότερο πάνω στην ισραηλινή μιλιταριστική μηχανή. Η ελληνο-ισραηλινή συμμαχία, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία 10 χρόνια και όπως σχεδιάζει το κοινό τους μέλλον, δεν αφήνει χώρο για παρεξηγήσεις και παρερμηνείες. Οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, με τον πιο «ηθικό» στρατό του κόσμου όπως θέλει να παρουσιάζει τον εαυτό του ο ισραηλινός μιλιταρισμός, η στήριξη στους διεθνείς ή ευρωπαϊκούς θεσμούς όποτε ανακύπτει θέμα για τις πρακτικές του ισραηλινού κράτους, οι εισαγωγές πολεμικού εξοπλισμού, όπως τα drones που νοίκιασε ο ελληνικός στρατός και που δοκιμάζονται πάνω στα σώματα των Παλαιστινίων για να βελτιώνονται και να είναι άρτια, αποτελούν άμεση και έμμεση στήριξη στο πιο φιλοπόλεμο και μιλιταριστικό κράτος της Μέσης Ανατολής. Είναι μια επιλογή που όχι μόνο δεν μπορεί να παραβλεφθεί, άλλα ούτε να μπαίνει στο παρεμπιπτόντως σε οποιαδήποτε κίνηση αλληλεγγύης στον αγώνα των Παλαιστινίων. Είναι το λιγότερο ελλιπές και δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων οτιδήποτε παραβλέπει αυτή τη συνθήκη της συμμετοχής και συνενοχής του ελληνικού κράτους στο σφαγείο που εκτελεί ο ισραηλινός στρατός εκεί. Ο εχθρός που μας αντιστοιχεί είναι πρώτα και κύρια εδώ, στους φασίστες με τις γραβάτες που σχεδιάζουν την εμπλοκή σε καινούργια σφαγεία στη περιοχή για χάρη των δικών τους συμφερόντων. Η έμπρακτη αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό αγώνα περνάει, επομένως, μέσα από την εναντίωση στα σχέδια του ελληνικού κράτους και στις πλάτες που παρέχει στο αντίστοιχο ισραηλινό. Ο αντιαμερικανισμός και ο αντισραηλιτισμός της ντόπιας αριστεράς βραχυκυκλώνει ηθελημένα το αντιιμπεριαλιστικό και αντεθνικό καθήκον μας. Όσοι δε, από την άλλη, είναι πρόθυμοι να «τσιμπήσουν» στην φαινομενική πολιτική των ίσων αποστάσεων που ανέπτυξε το ελληνικό κράτος για τα τελευταία γεγονότα, κλείνουν -παρέα με το κράτος τους- το μάτι στην κυρίαρχη ισραηλινή αφήγηση όπως αυτή ξεδιπλώθηκε κυρίως μετά τα γεγονότα. Και έχουν επίσης επιλέξει την αποκρουστική και συναισθηματικά νεκρή μεριά των αφεντικών και του κράτους τους.
Σ’ αυτό το πολιτικό πλαίσιο κι αυτήν την ιστορική συγκυρία, οι επιλογές του antifa community ήταν σαφείς και επίκαιρες, παρότι μειοψηφικές. Έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε και πολλές κόντρες να σηκώσουμε. Άλλα οι αγώνες των Παλαιστίνων, που θα συνεχιστούν, αποτελούν την πυξίδα και τη συνεχή υπενθύμιση των καθηκόντων μας. Είναι ο επίμονος αγώνας τους που κανείς δεν θα μπορεί να αγνοήσει, τώρα και στο μέλλον.

 
 
       

Αυτονομία 2018